*Me acordare de ti para siempre (Μια μικρή καλοκαιρινή περιπέτεια…)

Βγήκα από τη γέφυρα του πλοίου έχοντας πολύ άσχημη διάθεση. Η συζήτησή μου με τον καπετάνιο κατέληξε σε μια ισχυρή διένεξη, ικανή να μου χαλάσει τη μέρα. Κλείνοντας πίσω μου την πόρτα, στάθηκα για λίγο ακίνητη, να πάρω μια βαθιά ανάσα και να κατευνάσω τον θυμό μου. Σε λίγο άρχιζε η βάρδια μου και δεν ήθελα να δείξω σε κανέναν τις τρικυμισμένες σκέψεις μου. Έκανα δυο βήματα μπροστά, φέρνοντας το σώμα μου να στηριχτεί στο μπλε κάγκελο, με το βλέμμα μου να περιπλανιέται ελεύθερο στον ορίζοντα. Ο ουρανός ανέφελος, με μόνο του στολίδι τον ήλιο να στέλνει τις καυτές ηλιαχτίδες του στη θάλασσα για να σβήσουν τη φλόγα τους στα καταγάλανα νερά της. Στο βάθος είχαν αρχίσει να ξεπροβάλλουν τα επιβλητικά οικήματα του αρχοντικού νησιού. Πλησιάζαμε στη Σύρο. Η εικόνα που ζωγραφιζόταν μπροστά μου στάθηκε αρκετή για να με γαληνέψει. Αυτή η πλανεύτρα  θάλασσα είχε πάντα μαγική επίδραση επάνω μου από μικρό παιδί, δίχως να μου αφήνει το περιθώριο να ζω χωρίς να αναπνέω την αλμύρα της.

Θα είναι πολύ ζεστή μέρα… σκέφτηκα και, ισιώνοντας τη φούστα της λευκής στολής μου, άρχισα να κατευθύνομαι προς το σαλόνι.

Ξεκίνησα τον καθιερωμένο μου έλεγχο στο εσωτερικό του πλοίου κι ύστερα βγήκα να ρίξω μια ματιά στα καταστρώματα. Μια ριπή δυνατού θαλασσινού αέρα, ανακατεμένη με δροσερές σταγόνες, χτύπησε το πρόσωπό μου την ώρα που έσπρωχνα την πόρτα προς τα έξω, κρατώντας την ταυτόχρονα γερά ώστε να περάσει μια μητέρα με το κατάξανθο, πανέμορφο κοριτσάκι της. Τα μάτια του, στο χρώμα του ανοιχτού πελάγους, με κοίταξαν και χαμογέλασαν, ενώ το μικρό χεράκι του κατέβαλε προσπάθεια να τιθασεύσει το λουλουδένιο φόρεμά του μπροστά στη δύναμη του ανέμου.

Μπροστά μου περιφερόταν πολύς κόσμος και, περνώντας από δίπλα τους, οι διαφορετικές γλώσσες που έφταναν στα αφτιά μου μαζί με τον αέρα συνέθεταν μια ξεχωριστή μελωδία που απλωνόταν σαν ανάλαφρο πέπλο παντού. Προχωρούσα αργά, ελέγχοντας σχολαστικά τις σωσίβιες λέμβους. Ξαφνικά, δυνατές κραυγές τάραξαν την αρμονία της στιγμής. Έμεινα για λίγο στη θέση μου ώστε να προσδιορίσω την κατεύθυνση του ήχου και, δίχως να χάσω χρόνο, προχώρησα προς το σημείο όπου οι φωνές δυνάμωναν και πλήθαιναν. Ανέβηκα τρέχοντας τη σκάλα για να βρεθώ στο ανώτατο κατάστρωμα και να παγώσω μπροστά στο θέαμα που αντίκρισα.

Ο κόσμος είχε σχηματίσει ένα ημικύκλιο γύρω από κάποιον στη δεξιά πλευρά, φωνάζοντας και χειρονομώντας έντονα. Μέσα από το πολύβουο μελίσσι, μια σπαρακτική κραυγή ξεχώριζε να φωνάζει ένα όνομα. Πριν ακόμα δω τι ακριβώς συμβαίνει, σαν ένα αόρατο χέρι να με καθοδηγούσε, έβγαλα τον ασύρματο και κάλεσα ενισχύσεις.

Παραμερίζοντας το πλήθος, είδα μια γυναίκα ξαπλωμένη μπρούμυτα, να κρέμεται σχεδόν η μισή έξω από το προστατευτικό κιγκλίδωμα του καταστρώματος και να φωνάζει απελπισμένη. Με το ένα της χέρι κρατούσε σφιχτά το κάγκελο ενώ δύο άντρες την τραβούσαν προς την αντίθετη κατεύθυνση από τα πόδια. Μεμιάς πέταξα το σακάκι και το καπέλο μου και βρέθηκα κοντά της στην ίδια μ’ εκείνη θέση. Κοιτάζοντας προς τα κάτω, εντόπισα το αγγελόμορφο κοριτσάκι που συνάντησα πριν από λίγη ώρα. Ήταν πεσμένο στη σωσίβια λέμβο που βρισκόταν στον προστατευτικό χώρο ανάμεσα από τα δύο καταστρώματα. Φαινόταν να έχει ακόμα τις αισθήσεις του καθώς κουνούσε ανεπαίσθητα τα άκρα του, όμως μπορούσα να διακρίνω το αίμα που έβαφε πύρινα τα ξανθά μαλλιά του.

Η μητέρα του, σε κατάσταση σοκ, είχε επιδοθεί σε κάτι που έμοιαζε με ισπανικό μοιρολόι. Πού και πού έκανε παύσεις για να ζητήσει βοήθεια μιλώντας αγγλικά, όμως φαινόταν πως δεν γνώριζε καλά τη γλώσσα. Έπρεπε να κάνω κάτι γρήγορα. Γύρισα το βλέμμα μου προς τους άντρες που την κρατούσαν, κάνοντάς τους σαφές πως δεν έπρεπε να κουνηθούν από τη θέση τους μέχρι να επιστρέψω. Ήξερα πως καμία σκάλα δεν θα μπορούσε να φτάσει μέχρι κάτω, έτσι έβγαλα τις λευκές γόβες μου και έτρεξα μέχρι το κουτί που γνώριζα ότι διαθέτει τα απαραίτητα εφόδια. Τρία σκοινιά. Αυτά χρειαζόμουν.

Όταν γύρισα κοντά τους, ένας μελαχρινός άντρας ήταν ξαπλωμένος δίπλα της και της μιλούσε στη γλώσσα της. Η γυναίκα συνέχιζε να κλαίει, αλλά τώρα φαινόταν λίγο πιο ήρεμη. Χωρίς να χρονοτριβώ, πήρα το ένα σκοινί και το πέρασα γύρω από τη μέση της, δένοντάς τη στο κάγκελο για να είμαι σίγουρη πως θα είναι ασφαλής. Όση ώρα έκανα τους κόμπους, ένιωθα τα βλέμματα των γύρω καρφωμένα πάνω μου. Οι φωνές της γυναίκας με επανάφεραν στην πραγματικότητα.

Ανασηκώθηκα κρατώντας το ένα σκοινί, περνώντας το πρώτα από τον κάβο που ήταν πιασμένη η λέμβος και δένοντας το υπόλοιπο από τη μέση μου, σχηματίζοντας έναν ναυτικό κόμπο κατάλληλο για την κατάβασή μου σε αυτήν. Πήδηξα το προστατευτικό κάγκελο και ήμουν έτοιμη να κατέβω όταν κατέφτασε ο ανθυποπλοίαρχος μαζί με δύο άτομα από την ασφάλεια. Προσπάθησε να με πείσει να πάρει εκείνος τη θέση μου και να προσεγγίσει το κοριτσάκι, όμως ήμουν ανένδοτη. Λόγω του βαθμού μου δεν είχε και πολλά περιθώρια να αντιδράσει κι έτσι υπάκουσε στις εντολές που του έδωσα για να μη χάσουμε κι άλλο πολύτιμο χρόνο. Όλη αυτή την ώρα ένιωθα το βλέμμα του άντρα να με παρακολουθεί, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια να μείνω συγκεντρωμένη. Σαν να περίμενε ένα σύνθημά μου, η κλεφτή ματιά που του έριξα τον έκανε να πεταχτεί μπροστά και, κοιτώντας με βαθιά μέσα στα μάτια, είπε σε άπταιστα ελληνικά:

«Θα έρθω μαζί σας!»

Με συγκίνησε η κίνησή του, ωστόσο, αφού τον ευχαρίστησα, του εξήγησα πως ήταν αδύνατον να επιτρέψω κάτι τέτοιο εφόσον έθετα και τη δική του ζωή σε κίνδυνο, κι επιπλέον παραβίαζα όλους τους κανόνες του πλοίου. Το πρόσωπο του άντρα σκοτείνιασε. Κατέβασε το κεφάλι και κοίταξε το πάτωμα σαν να σκεφτόταν κάτι. Με μια γρήγορη κίνηση  άρπαξε το τρίτο σκοινί και το πέρασε στη μέση του.

«Μπροστά στον κίνδυνο της ζωής ενός παιδιού, διαγράφονται όλοι οι κανόνες. Ή θα με βοηθήσεις να δεθώ σωστά ή θα το κάνω μόνος μου. Διάλεξε!» είπε έχοντας γυρίσει προς το μέρος μου.

Ήξερα πως ξεπερνούσα κάθε όριο και λογική. Ήξερα πως οι επιπτώσεις των πράξεών μου θα ήταν σίγουρα σκληρές, η αποφασιστικότητά του όμως ήρθε να σβήσει σαν σφουγγάρι κάθε δισταγμό μου. Έδεσα προσεκτικά το σκοινί γύρω από αυτόν και τον κάβο, και ξεκινήσαμε να κατεβαίνουμε ένας ένας. Κατέβηκα πρώτη και σε πολύ λίγο βρισκόμουν δίπλα στο κοριτσάκι. Της χάιδεψα τα μουσκεμένα από το αίμα μαλλιά και προσπάθησα να την κάνω να με κοιτάξει για να δω αν έχει τις αισθήσεις της. Ευτυχώς το τραύμα της δεν ήταν βαθύ. Είδα τον άντρα να γονατίζει δίπλα της και να κρατά τρυφερά το κρινένιο χέρι της. Ξεκίνησε να της μιλά σχεδόν ψιθυριστά, προφέροντας το όνομά της:  «Aurelia».

Η μικρούλα, σαν να ξύπνησε από βαθύ ύπνο, γύρισε το προσωπάκι της και κοίταξε πρώτα εμένα και μετά τον άντρα, που εξακολουθούσε να της μιλά τρυφερά. Μετά από μια σύντομη συνομιλία μεταξύ τους, εκείνος μου είπε πως πρέπει να βιαστούμε γιατί η Aurelia πονούσε πολύ στο κεφάλι και ζαλιζόταν, ενώ ένιωθε να μουδιάζουν τα πόδια της.

Πήρα τον ασύρματο και ζήτησα από τον ανθυποπλοίαρχο να μου κατεβάσει άλλη μια σανίδα, μιας και στη λέμβο υπήρχε μόνο μία, καθώς και δύο σκοινιά ακόμη. Σε λιγότερο από ένα λεπτό όλα ήταν στα χέρια μου. Υπέδειξα στον άνδρα να σηκώσει πολύ προσεκτικά το σώμα του κοριτσιού και την τοποθετήσαμε μαζί επάνω στη μια σανίδα, προσέχοντας ιδιαίτερα το κεφάλι της. Ύστερα, πήρα την άλλη και την έφερα κάτω από τα πόδια του. Έδεσα όσο πιο γρήγορα μπορούσα την Aurelia επάνω στις σανίδες και με τα άλλα δύο σκοινιά ετοίμασα τους κόμπους για την ανάβασή της. Από τον ασύρματο έδωσα οδηγίες στο πλήρωμα για το τι έπρεπε να κάνουν.

Μέχρι να βεβαιωθώ πως η μικρή έχει φτάσει με ασφάλεια στο κατάστρωμα, ένιωθα την καρδιά μου να κλοτσά ανεξέλεγκτα μέσα στο στήθος. Ο μελαχρινός άντρας παρακολουθούσε κι εκείνος με κομμένη την ανάσα στο πλάι μου. Στεκόμασταν και οι δύο βουβοί μπροστά στην αγωνία του εγχειρήματος. Σχεδόν δεν αναπνέαμε. Μόλις το αυτοσχέδιο φορείο  έφτασε στα χέρια των αντρών, πήραμε ταυτόχρονα μια βαθιά ανάσα, σαν εκείνη που παίρνεις καθώς φτάνεις στην επιφάνεια της θάλασσας. Όλα, δόξα τον Θεό, πήγαιναν καλά. Ωστόσο, αισθανόμουν το βλέμμα του να με καίει. Για ένα λεπτό σήκωσα το κεφάλι μου και ήταν αρκετό για να συναντήσουν τα μάτια μου τα δικά του. Χάθηκα στη χρυσοκίτρινη λάμψη τους…Ένιωσα να βουλιάζω μέσα τους. Σαν την κινούμενη άμμο, με ρουφούσαν κι εγώ απέμεινα ανήμπορη να παλέψω να σωθώ. Δεν ήθελα να σωθώ! Ήθελα να βυθιστώ στη γλύκα τους, να νιώσω τη ζεστασιά τους να με τυλίγει. Γι’ αυτό το μοναδικό λεπτό ξέχασα τον πειθαρχημένο εαυτό μου, ξέχασα τους κανόνες και τα κουτάκια του μυαλού μου. Όλα αυτά, που με κόπο είχα τακτοποιήσει στη θέση τους, ανακατεύτηκαν με τον πιο αναπάντεχο τρόπο.

Ο άντρας, χαμογελώντας αμήχανα, μου εξήγησε πως ήταν μισός Έλληνας από την πλευρά του πατέρα του και μισός Ισπανός από την πλευρά της μητέρας του, γι’ αυτό και γνώριζε και τις δύο γλώσσες. Πήγαινε στην Τήνο όπου βρίσκονταν οι δικοί του για καλοκαιρινές διακοπές. Θα ήθελα τόσο να κουβεντιάσω μαζί του ακόμη περισσότερο, αλλά η στιγμή και οι συνθήκες δεν το επέτρεπαν.

Πολύ σύντομα βρεθήκαμε κι εμείς δίπλα στην Aurelia και τη μητέρα της. Ένας γιατρός τη φρόντιζε και από αυτά που άκουσα κατάλαβα πως δεν ήταν κάτι σοβαρό. Η μητέρα της μας αγκάλιαζε και μας φιλούσε τα χέρια, λέγοντας πράγματα ακατανόητα σ’ εμένα. Εκείνος χαμογελούσε ταπεινά. Από τον ασύρματο με ειδοποίησαν πως σε λιγότερο από πέντε λεπτά θα δέναμε στο λιμάνι της Σύρου και πως ένα ασθενοφόρο περίμενε τη μικρή με τη μητέρα της για να τις μεταφέρει στο νοσοκομείο. Ο άντρας με ενημέρωσε πως θα κατέβαινε μαζί τους για να τη βοηθήσει με τις διαδικασίες. Θα έπαιρνε το επόμενο καράβι για την Τήνο. Με συγκλόνισε αυτή του η κίνηση. Γρήγορα όμως η μητέρα του κοριτσιού τον έπεισε πως δεν υπήρχε λόγος να το κάνει.

Ακόμα μια κλήση στον ασύρματο με ειδοποιούσε πως με ήθελε ο καπετάνιος στη γέφυρα αμέσως. Έσκυψα να δώσω ένα φιλί στο μέτωπο της Aurelia και τότε εκείνη μου ψιθύρισε λίγες λέξεις, αφήνοντας ένα αχνό χαμόγελο να ζωγραφιστεί στα κατακόκκινα χείλη της.

«Me acordare te di para siempre».

Γύρισα και κοίταξα τον άντρα, κι εκείνος, χωρίς να τον ρωτήσω, μου μετέφρασε τα λόγια της.

«Θα σε θυμάμαι για πάντα…»

Δάκρυα πλημμύρισαν το πρόσωπό μου. Χάιδεψα τα μεταξένια μαλλιά της. «Κι εγώ», της ψιθύρισα.

Αγκάλιασα τη μητέρα της και στάθηκα μπροστά από τον άντρα, προσπαθώντας να ξαναβρώ την αυτοκυριαρχία μου. Κάρφωσα το βλέμμα μου στο δικό του και ένιωσα να με κυριεύει ένα πολύ ιδιαίτερο συναίσθημα. Αυτό της επιθυμίας. Δεν καταλάβαινα τι ακριβώς ήθελα από αυτό τον άνδρα αλλά εμπεριείχε πόθο…

«Σ’ ευχαριστώ για όλα μέσα από την καρδιά μου», του είπα.

Τους συνοδεύσαμε μέχρι το γκαράζ του πλοίου και, μόνο όταν το ασθενοφόρο απομακρύνθηκε, ξανακοιταχτήκαμε στα μάτια. Η μπλούζα του είχε ιδρώσει και το γυμνασμένο στήθος του διαγραφόταν πάνω στο μουσκεμένο ύφασμα.  Άπλωσε το χέρι του και με μια απαλή κίνηση έφερε μια τούφα από τα μαλλιά μου πίσω από το αυτί μου.

Ο ασύρματος, σαν να ήθελε να διακόψει τη μαγεία της στιγμής, χτυπούσε μανιασμένα. Η φωνή του καπετάνιου αυτή τη φορά δεν μου άφηνε περιθώρια να τον αγνοήσω. Δεν προλάβαμε να πούμε τίποτε άλλο. Έφυγα τρέχοντας, νιώθοντας το λυπημένο βλέμμα του να με ακολουθεί. Έφτασα στη γέφυρα έτοιμη να αντιμετωπίσω όσα με περίμεναν, μα δεν με ένοιαζαν τόσο όσο το γεγονός ότι λόγια ανείπωτα τριγυρνούσαν στο μυαλό μου. Λόγια που αγκιστρώθηκαν στα χείλη.

Δεν είχε περάσει πολλή ώρα και, περπατώντας στο κατάστρωμα, αναζητούσα αυτόν τον άνδρα που με είχε αναστατώσει. Τον είδα στο πίσω μέρος του καραβιού και, σαν να με αισθάνθηκε να πλησιάζω, γύρισε και με κοίταξε. Σε λίγη ώρα πιάναμε λιμάνι και θα κατέβαινε. Τα λίγα δευτερόλεπτα που κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο ήταν αρκετά. Κάνοντας ένα ανεπαίσθητο νεύμα να με ακολουθήσει, γύρισα από την άλλη και, κατεβαίνοντας τις σκάλες, κατευθύνθηκα προς ένα σημείο κοντά στο μηχανοστάσιο όπου λογικά δεν θα ήταν κανείς εκεί. Νιώθοντας κοντά την ύπαρξή του, κοντοστεκόμουν μόνο όταν έπρεπε να κρατήσω μια πόρτα ανοιχτή για να περάσει. Τα σώματά μας στιγμιαία ήρθαν πολύ κοντά. Μια σταγόνα ιδρώτα κύλησε στη ραχοκοκαλιά μου καθώς έριξα μια τελευταία ματιά στον διάδρομο.  Μόλις η βαριά πόρτα έκλεισε, ένιωσα τα χείλη του πάνω στα δικά μου. Ο δυνατός ήχος της μηχανής του πλοίου έπνιξε κάθε ίχνος της ένοχης συνάντησής μας…

Ακουμπισμένη στα κάγκελα του πλοίου, τον έβλεπα να απομακρύνεται στο λιμάνι. Το σώμα μου ακόμα έτρεμε… Γύρισε και κοίταξε προς τη μεριά μου. Μόλις με εντόπισε, χαμογέλασε όσο εγώ νόμιζα πως τον άκουγα να λέει:

«Me acordare de ti para siempre»

Καλό καλοκαίρι!
Κώστας Κρομμύδας
Συγγραφέας και ηθοποιός