Μια φορά κι έναν καιρό, ένα μικρό παιδί, περιπλανάει το κορμί και την καρδιά του μέσα σε μια παγωμένη νύχτα, πεινασμένο και μόνο του. Τριγύρω του, άνθρωποι γελαστοί και ευτυχισμένοι, φορτωμένοι με δώρα, φαγητά και γλυκά, γιορτάζουν ήδη στη διάθεσή τους την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, βιάζοντας τα βήματά τους να τους οδηγήσουν γρήγορα στη θαλπωρή του ζεστού τους σπιτιού… Κανείς δε δίνει σημασία στο μικρό παιδί, κανείς δεν θέλει δυο μελαγχολικά μάτια να στοιχειώσουν την τόσο ευτυχισμένη τους νύχτα.

Όχι, όχι.. Μην βιαστείτε να πείτε πως γνωρίζετε τη συνέχεια. Μη βιαστείτε να πείτε πως σας μιλάω για το κοριτσάκι με τα σπίρτα και πως το παραμύθι τελειώνει εδώ.. Το δικό μας παραμύθι μπορεί να ξεκινάει έτσι, αλλά οι ήρωες του είναι περισσότεροι με ιστορίες τόσο διαφορετικές μα και τόσο ίδιες…

Ο ένας από αυτούς είναι ο Ε. Έχασε τη δουλειά του πριν από επτά μήνες και τώρα βρίσκεται σε έναν πολυσύχναστο δρόμο της Αθήνας. Τον συναντάς τυλιγμένος στο ζεστό σου παλτό, και παρατηρείς ένα μπουφανάκι μοιρασμένο στα δύο, που προσπαθεί να χωρέσει στη λειψή του θέρμη τον άνεργο μπαμπά και δυο απορημένα μελαγχολικά παιδικά μάτια που ακολουθούν πού και πού την πορεία κάποιου κέρματος που φεύγει από κάποια δάχτυλα για να καταλήξει σε εκείνο το χάρτινο κουτί κοντά στα πόδια του. Κάποιοι, κοιτούν τα δυο μοναδικά νομίσματα που γεμίζουν το χέρι τους, και χωρίς ενδοιασμό δίνουν στο ένα τη γνώριμη πορεία προς το χάρτινο κουτί… Δεν έχουν περισσότερα να δώσουν, μα μαζί με το μικρό νόμισμα δίνουν όση συμπόνια κρύβει μέσα της η μεγάλη τους καρδιά… Κάποιοι άλλοι, επιταχύνουν το βήμα τους σε αυτό που τα μάτια βλέπουν, η καρδιά αντανακλά, αλλά το μυαλό παραδομένο σε μια παράλογη αμφιβολία θέλει απλά να προσπεράσει…

Ο δεύτερος, είναι ο Σ. Είδε όλη του τη ζωή να γκρεμίζεται στο φόντο ενός πολέμου και εγκαταλείποντας το σπιτικό του, τα ρούχα του, την περιουσία του, τη ζωή του, μπήκε σε μια βάρκα προς ένα άγνωστο μέλλον και ένα αμφίβολο αύριο… Τριγυρισμένος από παιδικά κορμάκια παραδομένα στον παγετό της νύχτας και του τίποτα και δακρυσμένα ώριμα μάτια με την απόγνωση να ζωγραφίζει μέσα τους μαύρες σκιές, πέπλο σε ένα αύριο που δεν έχουν την δυνατότητα καν να ονειρευτούν. Κάποιοι, άνοιξαν την καρδιά και την ψυχή τους, τα χέρια και την πόρτα τους, και έγιναν φωλιά για έναν πόνο για τον οποίον δεν νοιάζονταν από πού ξεκίνησε αλλά πού μπορεί να ακουμπήσει. Κάποιοι, μοίρασαν απλόχερα την αγάπη τους, κρυμμένη σε ζεστές κουβέρτες, ρούχα, γάλα και ένα παιχνίδι… Και κάποιοι άλλοι, έκλεισαν πεισματικά σε ένα κουτί με ένα χρώμα και μια εθνικότητα όση ανθρωπιά μπορούσαν να διαθέσουν, και το κλείδωσαν στη λογική ενός μυαλού που κινείται σε νήματα συνόρων, θρησκείας, πολιτικής…